βάϊς

βάϊς, , acc.
A

βάϊν Horap.1.3

:—palm-leaf (Coptic bai), Chaerem. ap.Porph.Abst.4.7, PMag.Leid.V.7.16, PLond.1.131r384 (i A. D.), etc.; gen. pl.

βαΐων PMag.Leid.V.7.17

, LXX 1 Ma.13.51.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βάις — palm leaf fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάις — βλ. βάιον …   Dictionary of Greek

  • Βαῖς — Βᾶς masc dat pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαίς — βαίνω walk aor part act masc nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βάις, Πέτερ — (Peter Weiss, Βερολίνο 1916 – 1982). Γερμανός λογοτέχνης, θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης και ζωγράφος. Λόγω της εβραϊκής καταγωγής του, το 1934 υποχρεώθηκε να φύγει από τη ναζιστική Γερμανία και αφού πέρασε από την Αγγλία και την Πράγα (1936… …   Dictionary of Greek

  • βάιν — βάις palm leaf fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιδηρομαγνητισμός — Ιδιότητα ορισμένων στερεών σωμάτων να παρουσιάζουν αυτόματη μαγνήτιση και να μαγνητίζονται έντονα, όταν εισάγονται μέσα σ’ ένα μαγνητικό πεδίο. Εκτός από το σίδηρο, στον οποίο διαπιστώθηκε πρώτα η ιδιότητα αυτή και έτσι προήλθε ο όρος σ., σώματα… …   Dictionary of Greek

  • Γερμανία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας Προηγούμενη ονομασία (1948 90): Γερμανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (ή Δυτική Γερμανία) & Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία) Έκταση: 357.021 τ.χλμ Πληθυσμός: 82.440.309 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα:… …   Dictionary of Greek

  • Fuchs, der — Der Fuchs, (sprich Fuks,) des es, plur. die Füchse, Dimin. das Füchschen, Oberd. Füchslein. 1. Eigentlich, ein vierfüßiges haariges Raubthier mit fünf Zähen, welches eine bellende Stimme wie ein Hund hat, demselben auch am meisten gleichet, sich… …   Grammatisch-kritisches Wörterbuch der Hochdeutschen Mundart

  • BADIUS — equi nomen in Circensibus; a colore, qui in equis commendatur. Dictus autem hic est quasi Βἃδιος, a βαὶς, quae ramulum palmae significat, unde et spadix color, et spadix equus. Philargyrus, Spadix et Phoenicius est, quales sunt fructus palmarum,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • BAEN vel BAHEN — in Glossis Isidori, Lamina est auri ab aure ad aurem, quâ familiares Regum utebantur. Ornamentum colli ex auro et gemmis, quod aliô nomine Torques potest dict. Iohanni de ianua et Mammotrecto, Ornamentum colli ex aureis annulis confectum.… …   Hofmann J. Lexicon universale

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.